στειροχωρίζω

στειροχωρίζω
αμετ. удалять из стада яловых овец

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "στειροχωρίζω" в других словарях:

  • στειροχωρίζω — Ν (σχετικά με κοπάδια αιγοπροβάτων) ξεχωρίζω τις στείρες προβατίνες και κατσίκες («στειροχωρίζουν στού Κλαδά, τυροκομούν στού Ζέρβα», Κρυστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < στείρος + χωρίζω] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»